- λυμαίνεται
- λῡμαίνεται , λυμαίνομαιcleanse from dirtpres ind mp 3rd sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
погоублѧти — ПОГОУБЛѦ|ТИ (84), Ю, ѤТЬ гл. 1.Уничтожать, губить; разорять чтол.: аще невѣжа есть. [кормчий] то и врѣмѧ [вм. во врѣмѧ] тишины погѹблѧеть корабль. и сѹща˫а в немь. КР 1284, 124в; Гътфомъ же всѧ грады и страны безъ мл(с)ти погѹблѧюще… … Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)
δικολύμης — δικολύμης, ο (Α) αυτός που λυμαίνεται τις δίκες, ο συκοφάντης. [ΕΤΥΜΟΛ. < δίκη + λυμαίνομαι «τροποποιώ, καταστρέφω (πρβλ. ιχθυολύμης)] … Dictionary of Greek
λυμαίνω — (AM λυμαίνω) [λύμη] μέσ. λυμαίνομαι επιφέρω όλεθρο, προξενώ φθορά, βλάπτω, καταστρέφω, ρημάζω (α. «οι ληστές λυμαίνονταν την ύπαιθρο» β. «τὴν ἀκρίδα τὴν λυμαινομένην ἡμῶν τοὺς καρπούς», Συνέσ. γ. «οὐχ ὁ θεὸς τὸ σῶμα λυμαίνεται, ἀλλ ἡ νοῡσος»,… … Dictionary of Greek